Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

STEPHEN KING – ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ : Ταξιδεύοντας για τη Βιρτζίνια


Ο συγγραφέας και μεγάλος θαυμαστής του Stephen King, Γιώργος Γιώτσας, ετοίμασε αποκλειστικά για τους αναγνώστες του BELL Blog ένα μεγάλο αφιέρωμα στον Βασιλιά, που θα το παρουσιάσουμε σε τρία μέρη.

Ξεκινώντας από την Ελλάδα, συνεχίζοντας στην Αμερική όπου είχε την τύχη να γνωρίσει από κοντά τον διάσημο συγγραφέα, περνώντας από άγνωστες στο ευρύ κοινό λεπτομέρειες για τη ζωή και το έργο του Stephen King και καταλήγοντας στον… κύριο Μερσέντες, ο Γιώργος Γιώτσας μας προσφέρει μια απολαυστική ιστορία που πρέπει να διαβάσουν όλοι οι φανατικοί θαυμαστές του King.

Το ταξίδι ξεκινά!  

Ταξιδεύοντας για τη Βιρτζίνια

“Είθε οι μέρες σας να είναι πολλές και ευχάριστες οι νύχτες σας” είχε γράψει ο Βασιλιάς στον “Μαύρο Πύργο”. Για τις μέρες δεν μπορώ να είμαι σίγουρος (μπορεί ναι, μπορεί και όχι) αλλά χάρη στο Stephen King, πολλές νύχτες μου έγιναν πιο ευχάριστες, γεμάτες από την ατελείωτη μαγεία των ιστοριών του.

Είναι άνοιξη του 2009 και εγώ συμπληρώνω τρία χρόνια άνεργος. Μαζί με την ανεργία έρχεται και η αρρώστια του κυρίου Κ να ταράξει μια και για πάντα τα νερά στην οικογένεια μας, να τα αλλάξει όλα... Πολλά έχουν μαζευτεί και πολλά περνάνε από το μυαλό εκείνες τις στιγμές.
Το μόνο μου καταφύγιο από όλα είναι η συγγραφή που είχα ξεκινήσει και φυσικά οι ιστορίες φαντασίας και τρόμου, ειδικά εκείνες του μαιτρ Stephen King.

Διάβαζα μέχρι να πάει αργά και όταν ήθελα να νομίζουν ότι κοιμάμαι, έσβηνα τα φώτα, κουκουλωνόμουν και μες το σκοτάδι με την συντροφιά ενός ακούραστου φακού, χανόμουν σε κόσμους όπου δεν υπήρχαν ανεργίες και αρρώστιες... Εκεί υπήρχαν άλλα, φρικτά τέρατα. Υπήρχε όμως και μαγεία, υπήρχε ελπίδα και αγώνας για σωτηρία. Χανόμουν σε τοπία, ήχους, μυρωδιές, ανθρώπους και πλάσματα που ποτέ δεν πέρασαν από τις άχρωμες τηλεοράσεις και τα δελτία ειδήσεων. Ήταν το λιμάνι μου, το δικό μου Μπου΄για Μουν...
Ο Γιώργος Γιώτσας

Και ξαφνικά βρήκα δουλειά. Ρεσεψιονίστ σε ένα κεντρικό ξενοδοχείο. Όχι κάτι ανάλογο των σπουδών σε Ελλάδα και Αγγλία αλλά δουλειά. Πάλεψα σκληρά τους πρώτους μήνες αλλά τα κατάφερα και καθιερώθηκα δίπλα στους παλαιότερους συναδέλφους.
Η ζωή όμως είναι γεμάτες πόρτες. Και για κάθε καλή που ανοίγεις με φόρα, άλλες δύο γεμάτες σκοτάδι, ανοίγουν μια χαραμάδα, αργά, τρίζοντας... Η οικογένεια μου χτυπήθηκε σοβαρά και από δεύτερη αρρώστια, ακόμα πιο ύπουλη. Οι φιγούρες και οι σταθερές που γέμιζαν το μυαλό και την καρδιά μου ξεθωριάζουν. Την ίδια ώρα η “Κρίση” τραβάει το χαλί -και τα σκουπίδια από κάτω μας πνίγουν. “Το τέλος του κόσμου” έρχεται από τη βραχνή φωνή του Michael Stipe αλλά δεν νιώθω καλά.  Η δουλειά μου είναι μια ελπίδα αλλά ταυτόχρονα και μια θηλιά, φαντάζει ένα καλό χαρτί σε μια άνιση μάχη.

Είναι Αύγουστος του 2011 και βρίσκομαι σε μια ακόμη νυχτερινή βάρδια κοιτάζοντας έξω την σκοτεινή Μιχαλακοπούλου. Στο μυαλό μου οι σκέψεις γυρίζουν σαν ξυραφάκια. Η άδεια ρεσεψιόν δεν μου δίνει απαντήσεις. Ο χώρος είναι σαν νεκροταφείο. Πνίγομαι. Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου διαπερνούν διστακτικά τη γυάλινη δίφυλλη πόρτα του ξενοδοχείου και εγώ καθισμένος ακόμα στο ζεστό λυκόφως που νιώθω σαν σπίτι παίρνω μια απόφαση: Μόλις έρθει ο διευθυντής μου το πρωϊ, υποβάλω την παραίτηση μου. Όσα χρήματα έχω μαζέψει τα ξοδεύω παρέα με την οικογένεια και όταν αυτά τελειώσουν δεν ξέρω τι θα κάνω. (Αν και αυτό είναι ψέμα, ήξερα τι θα κάνω).

Κοιτάω τα πάντα και τα αποχαιρετώ νοητά, από τον πάγκο υποδοχής, μέχρι τους υπολογιστές και τα έπιπλα στο λόμπι. Έχω υπογράψει την καταστροφή μου και δεν το συνειδητοποιώ. Δεν με νοιάζει μάλλον. Σε λίγο έρχεται η αλλαγή βάρδιας και τέλος.

Τότε έγινε κάτι που άλλαξε τη ζωή μου: Ο Bασιλιάς εμφανίστηκε και μου άπλωσε το χέρι. Εντελώς τυχαία -όπως με τα σπουδαία πράγματα της ζωής μερικές φορές- βλέπω στο internet μια μικρή παρουσίαση-έκπληξη που θα κάνει ο αγαπημένος Stephen King στη Virginia των Ηνωμένων Πολιτειών ένα μήνα μετά! “Περιορισμένα V.I.P. εισητήρια για συνάντηση με τον Stephen King” λέει η διαφήμιση και ξαφνικά όπως το νερό γεμίζει έναν άδειο κουβά, αυτό γεμίζει τα πάντα μέσα μου. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, μου φαίνεται ότι πρέπει να το κάνω οπωσδήποτε, πρέπει να συναντήσω τον άνθρωπο που μου χάρισε τόσες ώρες μαγείας στη ζωή μου. Κάνω υπολογισμούς για τα χρήματα του εγχειρήματος. Δεν φτάνουν. Χρειάζομαι τη δουλειά, πρέπει να συνεχίσω. Ο διευθυντής μου έρχεται. Δεν έχει καμία παραίτηση. Αντίθετα του ζητάω άδεια πέντε ημέρες για το ταξίδι. Λέει όχι. Ζητάω τρεις, μια να πάω, μια για τη συνάντηση και μια να γυρίσω. Λέει όχι, το πρόγραμμα έχει βγει δεν μπορεί να το αλλάξει. Εκτός.. αν θέλουν να με αλλάξουν οι συνάδελφοι μου... Σκέφτομαι πως αν δεν καταφέρω να αλλάξω με τους συναδέλφους μπορεί και να αρρωστήσω εκείνες τις μέρες. Ζητάω εκείνες τις extra τρεις μέρες ρεπό και θα δουλέψω πολύ ας με βάλει πριν και μετά συνεχόμενα.. Δεν πειράζει, τρεις μέρες φτάνουν. Τα όνειρα δε θέλουν πλούτη. Ότι έχεις γίνεται χρυσό εισητήριο, ότι έχεις φθάνει -αρκεί να  το θέλεις πολύ. Φεύγω και πάω σπίτι. Φιλάω τους δικούς μου και πάω όχι να κοιμηθώ -ένιωθα γεμάτος ενέργεια- αλλά στον υπολογιστή. Kάνω τα σχέδια και δίνω ζωή σε έναν ταξίδι αδιανόητο για εμένα ως εκείνη την ημέρα. Να πάω Αμερική για πρώτη φορά στη ζωή μου, μόνος μου, για τρεις μόλις ημέρες για να συναντήσω τον μεγάλο παραμυθά που είχε γεμίσει με μαγεία τόσες και τόσες ώρες μου.

Ένα μήνα μετά και το αεροπλάνο βρυχάται καθώς κουβαλάει μια ελπίδα που δεν έχει ακόμα σχήμα και μορφή. Πόσο απελπιστική είναι η ίδια η ελπίδα, έγραφε ο Edgard Allan Poe, αλλά και πόσο δυνατά φτερά μπορεί να μας δώσει, πως έκανε εμένα άγνωστο μεταξύ αγνώστων να ταξιδεύω για να συναντήσω έναν συγγραφέα-μύθο ο οποίος στο κάτω κάτω απλά θα μου έλεγε ένα “γεια” και θα πήγαινε στον επόμενο... Και αν όλα αυτά ήταν μάταια; Και αν έκανα μια μεγάλη βλακεία και έτρωγα και τα τελευταία χρήματα που είχα για να συναντήσω μια απογοήτευση και στην επιστροφή συναντούσα μια απόλυση και τον οικογενειακό πόνο; Τι έκανα στα αλήθεια;

Ο τρόμος με γέμισε ξαφνικά. Σκέφτηκα ότι προλάβαινα να γυρίσω, όταν θα σταματούσαμε για ανταπόκριση στο Λονδίνο! Μπορούσα να ακυρώσω τα πάντα, να γλιτώσω χρήματα και να επέστρεφα. Θα πήγαινα ήσυχα και ωραία στο πόστο μου στη ρεσεψιόν.

Είναι απίστευτο σε τι δρόμους μπορεί να σε βάλει η ανασφάλεια και ο φόβος. Σαν μια ανώτερη επιβεβαίωση και χωρίς να έχω πάρει ακόμα καμία απόφαση, στο Λονδίνο χάνω την ανταπόκριση μου. Το επόμενο αεροπλάνο φεύγει την επόμενη μέρα το πρωϊ και αν το πάρω θα πρέπει να κάνω αγώνα δρόμου για προλάβω τη συνάντηση με τον King. Θέλω να πνίξω τον Coellio και το ότι “Όταν θέλεις κάτι όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να το καταφέρεις”. Διάολε, εδώ ούτε θέση parking δε βρίσκεις όταν θέλεις, θα κατάφερνα εγώ να συναντήσω το Stephen King με προετοιμασίες τις τελευταίας στιγμής; Εκείνη τη στιγμή ήμουν πιο κοντά από ποτέ να τα παρατήσω και να επιστρέψω. Η ελπίδα όμως ξέρει να φουντώνει τις κατάλληλες στιγμές. Στα χέρια μου, για παρέα στο υπερατλαντικό ταξίδι,  έχω το “Θόλο” των Εκδόσεων BELL -και η λάμψη του χρυσού εξώφυλλου, τρεμοπαίζει στα μάτια μου. Μαζεύω το θάρρος μου και αντί να βγάλω εισιτήριο επιστροφής, κλείνω πτήση για την επόμενη μέρα. Προορισμός: Washington. Από εκεί θα πήγαινα Virginia σε ένα μοτέλ και από εκεί στο πανεπιστήμιο George Mason όπου νωρίς το βράδυ, σε μυστική τοποθεσία που θα μας έλεγαν θα συναντούσαμε τον King.

Το πρωϊνό είναι συννεφιασμένο και βροχερό στο Λονδίνο αλλά με.. αιώνια λιακάδα στο μυαλό μου σαν εκείνη την ταινία με τον Jim Carrey! Χαμογελάω ασυναίσθητα καθώς το θηριώδες αεροπλάνο σηκώνεται και αφήνει το Heathrow.

Σε όλη τη διαδρομή μέχρι και την Αμερική, είχα δεξιά μου έναν χοντρό γιάπη που καταλάμβανε το χώρο από το κάθισμά μου μέχρι και αριστερά στο παράθυρο, μια λεπτοκαμωμένη Κινέζα που είχε κουλουριαστεί σαν τσιουάουα στο κάθισμα της, με τα χωρίς παπούτσια πέλματα της να μου έρχονται σχεδόν αγκαλιά. Δεν με πείραζε. Ο ενθουσιασμός με είχε πλημμυρίσει. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία ούτε στις έντονες αναταράξεις.

Ύστερα από περίπου εννέα ώρες προσγειωθήκαμε. Τα υπόλοιπα πέρασαν γρήγορα, όπως περνάει η εικόνα από το παράθυρο ενός τραίνου: Οι ατελείωτες ουρές και ο ενδελεχής έλεγχος με μαραφέτια που είχα δει μόνο σε ταινίες James Bond. Το λεωφορείο μέχρι τη Virginia και το απομονωμένο μοτέλ σε έναν καταπράσινο δρόμο γεμάτο ομίχλη (δεν είναι να απορεί κανείς πως γεννιόνται τα θρίλερ, μια νύχτα σε ένα τέτοιο μοτέλ με τις σκιές να περνάνε έξω από την κουρτίνα σου, την νεκρική σιγή και την ομίχλη να σε τυλίγει), και μετά στο πανεπιστήμιο του George Mason και ένα μικρό ξενοδοχείο δίπλα όπου και έγινε η συνάντηση. 

Έξω από το μοτέλ
 Περιμέναμε σε ένα τακτοποιημένο λόμπι με ουδέτερη πορτοκαλί μοκέτα και κίτρινους τοίχους. Λίγα άτομα και όλοι γύριζαν σε ένα μπουφέ με finger food και ποτό. Το ποτό αν και δεν είμαι συνηθισμένος, το τίμησα. Το finger food δεν υπήρχε περίπτωση. Το στομάχι μου είχε γίνει μια μακρινή ανάμνηση. Περίμενα και συζητούσα με άλλους fans για το έργο του μεγάλου συγγραφέα. Κάποιος είπε ότι ήρθε να τον δει από την Νέα Υόρκη. Κάποιος από Βοστόνη. Ένα ζευγάρι, από τον Καναδά. Όταν τους είπα ότι είχα έρθει από την Ελλάδα είδα θαυμασμό. Συνεχίσαμε να μιλάμε για αγαπημένα βιβλία, ιστορίες που μας κράτησαν παρέα νύχτες που ο ύπνος δε θα ερχόταν, χαρακτήρες και ήρωες που μας ενέπνευσαν. Από τα παράλληλα σύμπαντα του Μαύρου Πύργου και τον Ρόναλντ της Γαλαάδ μέχρι εκείνη την πιτσιρίκα με τα τηλεκινητικά χαρίσματα -και από το επικό “Stand” μέχρι το χιονισμένο “Θέα” και τους διαδρόμους όπου ο Τζακ κυνηγάει το μικρό Ντάνι. Ξαφνικά η πόρτα ανοίγει και μπαίνει. Ο Stephen King αυτοπροσώπως. Χαμογελαστός, άνετος, ντυμένος απλά, με κόκκινη μπλούζα και μαύρο σακάκι. Σχεδόν όλοι έπεσαν πάνω του. Εγώ έμεινα στην μέση της αίθουσας να κοιτάω και να σκέφτομαι ούτε που θυμάμαι τι -ήταν μια φορτισμένη στιγμή. Και τότε ένας από τους αμερικάνους που μιλούσαμε νωρίτερα έκανε το αδιανόητο. Με έδειξε και φώναξε σαν τενόρος της λυρικής:

Στίβεν! Το παιδί αυτό ήρθε από την Ελλάδα για να σε δεί!

Το σκηνικό που διαδραματίστηκε ακολούθως ήταν το λιγότερο, σουρεαλιστικό. Ο King ήρθε προς το μέρος μου -παρέμενα παγωμένος στη ίδια θέση- και μου έσφιξε το χέρι. Χαμογέλασε. Εγώ δεν μιλούσα. Κοίταξε το t-shirt που φορούσα (“Πιστος Αναγνώστης” έγραφε το είχα αγοράσει ειδικά για την περίπτωση και, σε αντίθεση με τους αμερικάνους που δεν το είχε σκεφτεί κανείς και το σχολίαζαν με ενθουσιασμό, είχα θυμηθεί να το φορέσω). “Ωραίο t-shirt” μου είπε και γέλασε.

Ευχαριστώ” είπα και γέλασα και εγώ. Αυτό ήταν! Κόντρα ακόμα και στην πιο αισιόδοξη πρόβλεψη καθίσαμε και μιλήσαμε για τα βιβλία, τη συγγραφή, βγάλαμε φωτογραφίες. Με ρώτησε και ο ίδιος από που ήρθα. Όταν του είπα, χαμογέλασε πλατιά και με ευχαρίστησε. Του είπα ότι γράφω και εγώ και με συμβούλεψε να “διαβάζω πολύ” και να “γράφω πολύ” -“όλα τα άλλα θα έρθουν” πρόσθεσε.

Ο Stephen King και ο Γιώργος Γιώτσας

Όταν τελείωσε η βραδιά και ο κόσμος τον χαιρετούσε εκείνος ανταπέδιδε ένα χαμόγελο και ένα “γεια” ή “ευχαριστώ”. Σε εμένα έκανε το ίδιο και αφού τον χαιρέτησα, κατευθυνόμενος προς την έξοδο και τον έναστρο ουρανό της νύχτας στη Βιρτζίνια ένιωθα σαν σούπερ ήρωας. Ο Μπάτμαν ίσως που εκτός από νυχτερίδα που γυρνάει στις σκιές μπορεί να είναι και χαμογελαστός τύπος με κουστούμι. Και εκεί που έφευγα -δε θα το ξεχάσω- μου φωνάζει  “Σε ευχαριστώ! Να είσαι καλά φίλε!

Περπάτησα μέχρι το ξενοδοχείο μέσα στην υγρή και κρύα νύχτα, μακριά από το σπίτι μου, μακριά από όλα. Έπρεπε να φτάσω στην άλλη άκρη του κόσμου για να βρω την σπίθα που θα με πυροδοτούσε. Είχα αρκετή ενέργεια για να παλέψω με ότι με περίμενε.

Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου έβαλα R.E.M. -“It happened today” και η φράση που στριφογύριζε στο μυαλό μου εκείνες τις στιγμές δεν ήταν του King, αλλά του H.P. Lovecraft:
Μεταξύ ονείρων βρίσκεται η ζωή. Και αυτή ένα όνειρο.

Την επόμενη Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου, ο Γιώργος Γιώτσας μας διηγείται την… πονεμένη ιστορία του Stephen King.


Εσείς ξέρετε ποιος είναι ο κύριος Μερσέντες; Σας περιμένουμε στον Ιανό, στις 5 Δεκεμβρίου να τον ανακαλύψετε! Μια εκδήλωση που δεν πρέπει να χάσετε! 
https://www.facebook.com/events/396783250480703/

2 σχόλια: