Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Στο σπίτι της Χάρπερ Λη


Γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου
(Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Athens Voice

Το σχέδιο ήταν να ταξιδέψω στις γενέθλιες πόλεις των αγαπημένων μου συγγραφέων: πήγα στο Ρεντ Κλάουντ της Νεμπράσκα (Γουίλα Κάθερ), στο Όξφορντ του Μισσισσίππι (Γουίλλιαμ Φώκνερ), στο Ώστιν του Τέξας (Ο. Χένρυ), στην Ιντιανάπολη (Κερτ Βόννεγκατ).  Καθώς είμαι μεγαλούτσικη, μέσα στα χρόνια κατάφερα να πραγματοποιήσω το μισό περίπου σχέδιο ― έχω μάλιστα προσθέσει πόλεις όπου οι συγγραφείς όχι μόνο έζησαν και έγραψαν, αλλά και πέθαναν. Κοντολογίς επισκέπτομαι ακόμα και τάφους: του Μέλβιλ στο Μπρονξ, του Όσκαρ Γουάιλντ και του Μπαλζάκ στο Παρίσι, του Κάφκα στην Πράγα.

Φέτος, πρόσθεσα το Μόνροβιλ της Αλαμπάμα όπου γεννήθηκε, έζησε, έγραψε και πέθανε η Χάρπερ Λη ― ένα χωριό που μοιάζει με πολλά άλλα χωριά του Νότου κι απ’ όπου αν είσαι νέος κι ανήσυχος δραπετεύεις το συντομότερο δυνατό. Η Χάρπερ Λη δεν δραπέτευσε, αν και για κάμποσο καιρό πηγαινοερχόταν στη Νέα Υόρκη. Επέστρεψε στο Μόνροβιλ, στον αργό ρυθμό της Αλαμπάμα, στα καυτά της μεσημέρια.

Όταν έφτασα ήταν ένα τέτοιο καυτό μεσημέρι• οι δρόμοι ήταν αδειανοί: σιέστα ή λήθαργος. Οδηγώντας γύρω από την κεντρική πλατεία είχα την εντύπωση εγκαταλελειμμένου σκηνικού από γουέστερν: ξύλινες προσόψεις με κιονίσκους• αυλές με κουνιστές πολυθρόνες (άδειες) ― η εκκλησία, το μικρό δημαρχείο, το δικαστήριο ακριβώς όπως το περιγράφει στο Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια και στο Βάλε ένα φύλακα. Ένα κατάστημα σιδερικών και ζωοτροφών, ένα ψιλικατζίδικο, άλλη μια εκκλησία, λίγο πιο πέρα μια τρίτη εκκλησία• ο σταθμός της πυροσβεστικής με τρία πελώρια οχήματα σε εντυπωσιακά χρώματα. Στον Νότο υπάρχουν περισσότεροι θρησκευόμενοι και περισσότεροι πυρομανείς απ’ ό,τι αλλού. Tέλος, το ταχυδρομικό γραφείο που μου θύμισε το διήγημα της Γιουντόρα Γουέλτυ «Γιατί μένω στο ταχυδρομικό γραφείο» ― καθώς και το ότι, πριν από χρόνια, όταν ταξίδευα στα χωριά των μεγάλων μουσικών του μπλουζ, είχα περάσει από το Τζάκσον για να δω το σπίτι της Γουέλτυ.

Το σπίτι της Χάρπερ Λη ήταν κλειστό: μια απλή προαστιακή μονοκατοικία ανάμεσα στις μανόλιες. Το σπίτι όπου μεγάλωσε μού φάνηκε πιο εντυπωσιακό: ένα διώροφο αρχοντικό φυτείας καμιά εικοσαριά μίλια βορειοδυτικά του Μόνροβιλ, καταμεσής στον κάμπο. Ο ξάδερφός μου ο Τζίμμυ, που ασχολείται με τα μεσιτικά και που θυμόταν, αμυδρά, τα «Κοτσύφια» «γιατί έπρεπε να το διαβάσω στην έκτη δημοτικού και να γράψω έκθεση», άρχισε να σκέφτεται σαν μεσίτης ― να αγοράσει το σπίτι, να το μεταπουλήσει, να το μετατρέψει σε μουσείο. Αργότερα, ξέχασε την ιδέα. Το ενδιαφέρον του μετατοπίστηκε στις επαύλεις ante-bellum με τις μεγάλες βεράντες και τα σκαλιστά κιγκλιδώματα απ’ όπου νομίζεις ότι θα βγει η Σκάρλετ Ο’Χάρα ή η Τζούλι Μάρντσεν με τα χαρακτηριστικά της Μπέττι Ντέιβις. Αλλά το ξέχασε κι αυτό γιατί βάλθηκα να κλαψουρίζω: υποτίθεται ότι εγώ οδηγούσα κι αυτός έβγαζε φωτογραφίες ― αλλά το σπίτι της Χάρπερ Λη δεν το φωτογράφισε• ισχυρίστηκε, ψέματα, ότι «χάθηκε η φωτογραφία». Πώς χάθηκε δηλαδή; Χάθηκε από το κινητό! Μα πώς κτλ. Μα έτσι κτλ.

Οδηγώντας προς τον Κόλπο του Μεξικού, μέσα σε τροπική καταιγίδα, σκεφτόμουν κάτι που σκέφτομαι όλο και συχνότερα: το θαύμα του ταλέντου σε ταπεινό περιβάλλον ― στο Ρεντ Κλάουντ της Νεμπράσκα, στο Όξφορντ του Μισσισσίππι, στο Μόνροβιλ της Αλαμπάμα. 


* To τελευταίο βιβλίο της Χάρπερ Λη, Βάλε ένα φύλακα σε μετάφραση Σώτης Τριανταφύλλου, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις BELL.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου